μηκεδανός


μηκεδανός
μηκεδανός, lang

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μηκεδανός — μηκεδανός, ή, όν (Α) μακρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῆκος, εκτεταμένη μορφή τοῦ μᾱκεδνός* κατά το ἡπεδανός] …   Dictionary of Greek

  • μηκεδανός — long masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανῶν — μηκεδανός long fem gen pl μηκεδανός long masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανόν — μηκεδανός long masc acc sg μηκεδανός long neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδαναῖς — μηκεδανός long fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανοῖο — μηκεδανός long masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανοῖς — μηκεδανός long masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανοῖσι — μηκεδανός long masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανοῖσιν — μηκεδανός long masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανοί — μηκεδανός long masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκεδανούς — μηκεδανός long masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.